ανακεφαλαίωση


ανακεφαλαίωση
[анакефалэоси] ουσ. Θ. повторение, подытоживание,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανακεφαλαίωση" в других словарях:

  • ανακεφαλαίωση — η главенство Христа над небесным и земным (Еф. 1, 10) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ανακεφαλαίωση — η (Α ἀνακεφαλαίωσις) [ἀνακεφαλαιοῡμαι], σύντομη επανάληψη των λόγων μου με τονισμό τών κύριων σημείων, περίληψη νεοελλ. ενσωμάτωση τών τόκων στο κεφάλαιο και ανατοκισμός τού νέου ποσού …   Dictionary of Greek

  • ανακεφαλαίωση — η το να ανακεφαλαιώνει κανείς (βλ. ανακεφαλαιώνω) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνακεφαλαιώσῃ — ἀνακεφαλαιώσηι , ἀνακεφαλαίωσις a summary fem dat sg (epic) ἀνακεφαλαιόομαι sum up the argument aor subj mp 2nd sg ἀνακεφαλαιόομαι sum up the argument fut ind mp 2nd sg ἀ̱νακεφαλαιώσῃ , ἀνακεφαλαιόομαι sum up the argument futperf ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακεφαλαιωτικός — ή, ό (Α ἀνακεφαλαιωτικός, ή, όν) [ἀνακεφαλαιοῡμαι] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ανακεφαλαίωση μσν. επίρρ. ἀνακεφαλαιωτικῶς περιληπτικά αρχ. ο κατάλληλος για ανακεφαλαίωση, για περίληψη …   Dictionary of Greek

  • κεφάλαιο — Το μέρος του παραγόμενου πλούτου που προορίζεται για την παραγωγή νέου πλούτου και όχι για κατανάλωση, δηλαδή για την άμεση ικανοποίηση μιας ανάγκης. Είναι ένας από τους τέσσερις συντελεστές παραγωγής μαζί με τη γη, την εργασία και την… …   Dictionary of Greek

  • ανάμνηση — η (AM ἀνάμνησις) [ἀναμιμνήσκω] ανάκληση στη μνήμη, αναπόληση, ενθύμηση νεοελλ. 1. αυτό που αναπολεί κανείς, που φέρνει στη μνήμη του 2. ενθύμιο, αναμνηστικό 3. στον πληθ. οι αναμνήσεις τα απομνημονεύματα μσν. 1. «ὁ ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων»,… …   Dictionary of Greek

  • ανακεφαλαιώνω — (Α και ἀνακεφαλαιοῡμαι, όομαι), επαναλαμβάνω τα προαναφερθέντα τονίζοντας τα κύρια σημεία, κάνω συνοπτική επανάληψη, περίληψη νεοελλ. ενσωματώνω τους τόκους στο κεφάλαιο και ανατοκίζω το νέο ποσόν. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κεφαλαιοῦμαι. ΠΑΡ.… …   Dictionary of Greek

  • ανασκόπηση — η 1. αναδρομή και επανεξέταση του παρελθόντος 2. ανακεφαλαίωση, συνοπτική επανέκθεση …   Dictionary of Greek

  • απολογισμός — ο (Α ἀπολογισμός) νεοελλ. 1. απόδοση λεπτομερούς λογαριασμού ορισμένης διαχείρισης 2. ανακεφαλαίωση, συνοπτική παρουσίαση αρχ. 1. διήγηση, έκθεση 2. απολογία …   Dictionary of Greek